ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ



ΧΟΡΗΓΟΙ










Δοκιμασίες IFN-γ για τη διάγνωση της φυματιώδους μόλυνσης στα παιδιά
Dr Nikos Spyridis
Department of Paediatric Infectious Diseases, St George’s hospital, London


Η διάγνωση της φυματίωσης στα παιδιά ήταν πάντα μία πρόκληση για τους παιδιάτρους και τους λοιμωξιολόγους. Η απουσία κλινικών σημείων και συμπτωμάτων και οι δυσκολίες της καλλιέργειας του μυκοβακτηριδίου από τα λαμβανόμενα κλινικά δείγματα είναι δύο μόνο από μία σειρά προβλημάτων στη διάγνωση της φυματίωσης ενός παιδιού.

Πριν μερικά χρόνια τα μόνα διαγνωστικά μέσα ήταν η ακτινογραφία θώρακος και η φυματινοαντίδραση. Η φυματινοαντίδραση έχει περιορισμούς ως μέθοδος διάγνωσης: απαιτεί δύο επισκέψεις του παιδιού και παρουσιάζει διασταυρούμενη αντίδραση σε περίπτωση λοίμωξης από άτυπα ΜΒ ή προηγούμενης χορήγησης BCG (αν και η αξιολόγηση της αντίδρασης εξαρτάται από το βαθμό υποψίας και το ιστορικό πρόσφατης στενής επαφής με μεταδοτικό ενήλικα).

Οι εξελίξεις στη μοριακή βιολογία οδήγησαν στην ανάπτυξη δύο νέων in vitro μεθόδων διάγνωσης της φυματίωσης. Οι μέθοδοι αυτές ανιχνεύουν την έκκριση ΙΝF-γ (ιντερφερόνης γ) από τα Τ λεμφοκύτταρα μετά από διέγερσή τους με αντιγόνα του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης. Τα χρησιμοποιούμενα αντιγόνα είναι τα ΕSAT-6 και CFP-10. Τα αντιγόνα αυτά ανευρίσκονται και σε άλλα μυκοβακτηρίδια πλην της φυματίωσης, ωστόσο δεν περιέχονται στα Μ.bovis και M.avium. Έτσι δεν υφίσταται διασταυρούμενη αντίδραση σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί ή μολυνθεί από Μ.bovis ή M.avium.

Οι δύο μέθοδοι που χρησιμοποιούνται προς το παρόν είναι το Quantiferon- TB Gold και το ELISPOT. Ο τρόπος εκτέλεσης διαφέρει.

Στο Quantiferon (www.cellestis.com) (Εικόνα 1) το αίμα αρχικά τοποθετείται σε δύο υποδοχές και διεγείρεται από τα δύο προαναφερθέντα αντιγόνα. Στη συνέχεια διαχωρίζεται το πλάσμα στο οποίο προστίθεται το κατάλληλο αντιδραστήριο. Το αποτέλεσμα διαβάζεται από ειδικό λογισμικό.



Στο ELISPOT (www.immunotec.com) (Εικόνα 2) το αίμα αρχικά φυγοκεντρείται και τα Τ λεμφοκύτταρα τοποθετούνται σε δύο υποδοχές που περιέχουν τα ειδικά αντιγόνα. Μονοκλωνικά αντισώματα που περιέχονται στη δοκιμασία δεσμεύουν τα διηγηρμένα κύτταρα που παράγουν IFN-γ. Τα αντισώματα αυτά δίνουν μία στικτή χρώση του δείγματος. Οι «στιγμές» που σχηματίζονται ονομάζονται “spot forming units” και συγκρίνονται με ένα θετικό και έναν αρνητικό μάρτυρα.



Οι Pai et al (1) έχουν δημοσιεύσει 40 ερωτήματα σχετικά με την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των δύο παραπάνω δοκιμασιών και τη χρησιμότητά τους στη διάγνωση της λανθάνουσας λοίμωξης (LTBI) και της φυματιώδους νόσου. Οι περισσότερες μελέτες έχουν δείξει ότι οι εν λόγω μέθοδοι είναι πιο ειδικές από τη φυματινοαντίδραση στη διάγνωση της LTBI αλλά λιγότερο ευαίσθητες, ειδικά σε μικρά παιδιά (2). Επίσης το Quantiferon έχει υψηλότερα ποσοστά αδιευκρίνιστου αποτελέσματος λόγω της έλλειψης θετικού και αρνητικού μάρτυρα. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τη χρήση των μεθόδων σε ασθενείς με HIV λοίμωξη, αν και πρόσφατα δημοσιεύτηκαν κάποια αισιόδοξα αποτελέσματα. Οι Dewan et al (3) δημοσίευσαν μελέτη στην οποία μόνο το 64% των ενηλίκων ασθενών με θετικά πτύελα είχαν θετικό Quantiferon. Παρόμοια αποτελέσματα έδωσε και μία μελέτη σχετικά με την παραγωγή IFN-γ σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη TB που λαμβάνουν θεραπεία (4). Στο νοσοκομείο Great Ormond Street του Λονδίνου έχει αρχίσει μία μελέτη που διερευνά την ευαισθησία της δοκιμασίας σε παιδιά με επιβεβαιωμένη νόσο.

Υπάρχουν λοιπόν ακόμη ορισμένα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν: (α) ποια είναι η ικανότητα των δοκιμασιών αυτών να διαφοροδιαγνώσουν τη νόσο από τη μόλυνση (β) ποια είναι η αξία τους σε εξωπνευμονικές μορφές φυματίωσης και (γ) ποιό είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ μόλυνσης και θετικοποιήσης των δοκιμασιών IFN-γ;

Περίληψη: οι δοκιμασίες IFN-γ συνιστούν χρήσιμα διαγνωστικά εργαλεία για την ανίχνευση της φυματίωσης όταν η φυματινοαντίδραση δίνει αμφίβολα αποτελέσματα. Φαίνεται ότι η ευαισθησίας τους σε HIV θετικούς ασθενείς είναι μεγαλύτερη από αυτή της φυματινοαντίδρασης. Δεν υπάρχει προς το παρόν συγκριτική των δύο δοκιμασιών μελέτη, ωστόσο φαίνεται ότι το ELISPOT έχει μεγαλύτερη ευαισθησία στον παιδιατρικό πληθυσμό. Η αποτελεσματικότητα των δοκιμασιών στη διάγνωση της φυματιώδους νόσου δεν έχει οριστικά τεκμηριωθεί και γι’αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με κάθε επιφύλαξη και πάντα από ειδικούς ιατρούς.

Βιβλιογραφία

1. Pai M, Kalantri S, Dheda K. New tools and emerging technologies for the diagnosis of tuberculosis, part II. Active tuberculosis and drug resistance. Expert. Rev. Mol. Diagn. 2006 May; 6(3): 423-32

2. Lalvani A, Pathan AA, McShane H, Wilkinson RJ, Latif M, Conlon CP, Pasvol G, Hill AV. Rapid detection of Mycobacterium tuberculosis infection by enumeration of antigen specific T cells. Am J Respir Crit Care. 2006;6: 423-432

3. Dewan PK, Ginsdalde J, Kawamura LM. Low sensitivity of a whole blood interferon-gamma assay for detection of active tuberculosis. Clin Infect Dis 2007 Jan 1;44 (1): 69-73

4. Pai M, Joshi R, Bandyopadhyay M, Naranq P, Dogra S, Taksandre B, Kalandris S. Infection, 2007 April;35 (2): 98-103

Images from Greece...